πάντα μου άρεσαν τα ξενοδοχεία. η μελαγχολία του να μένεις μόνος σε καινούριο κάθε φορά δωμάτιο. η ψεύτικη ευγένεια, η διακριτικότητα, τα μικρά μπουκαλάκια με σαμπουάν, οι καθαρές πετσέτες, το τέλεια στροωμένο κρεββάτι, το μπουκαλάκι ουίσκι που κοστίζει ακριβά και θα το πληρώσεις για να βγάλεις ακόμη μια νύχτα. κυρίως όμως πλήρωνα το ότι όταν πήγαινα δεν περίμενα να βρώ τίποτα και όταν έφευγα και δεν άφηνα τίποτα πίσω.
απόψε δεν νυστάζω αλλά παρόλα αυτά δεν θέλω να είμαι έξω. το ιντερνετ δεν λειτουργεί. έχω ανοίξει την τηλεόραση για να μην νιώθω τόσο μόνος. βγήκα στο μπαλκόνι να καπνίσω και να δω την αθήνα από ψηλά. μια πόλη μακρινή από εκεί που μένω, αλλά το ίδιο μακρινή και όταν την επισκέπτομαι.
ερημιά στους δρόμους. μόνο ο ήχος από τα ταξί και οι μαύρες στην αθηνάς. κοιτούσα την επιμονή τους στον κάθε περαστικό. άκουγα που μιλούσαν και γελούσαν. παρακαλούσαν για έναν πελάτη. ήθελα να κατέβω και να τις γνωρίσω. έβρισκα τραγικό το να τις αγνοώ. μάλλον τελικά είμαι ένας από αυτούς που περνάνε με το αμάξι και επιταχύνουν λέγοντας κάτι έξυπνο στον συνοδηγό νιώθοντας για κάποιο λόγο ανώτερος. αντί για αμάξι είχα μπαλκόνι και αντί για συνοδηγό, γράφω.
Ιανουαρίου 5, 2011 στις 2:07 πμ
Δύο χρόνια σιωπής είναι πολλά, φίλε. Εξαιρετικό κείμενο.